Το Σελιδόδεντρο, γράψε την ιστορία

Ιστορίες από τη Δεντροχώρα: το σελιδόδεντρο

Ο Λεόν και η Μαρία ζουν μαζί με τον μπαμπά τους και τη μαμά τους σ’ ένα χωριό της Δεντροχώρας ανάμεσα σε κόκκινα, κίτρινα, πράσινα και γαλάζια δένδρα. Ο μπαμπάς τους είναι γλυκός και περιπετειώδης, η μαμά τους είναι γλυκιά αλλά όχι και τόσο περιπετειώδης: φροντίζει το σπίτι και τα δέντρα – κι όταν τελειώνει τις δουλειές διαβάζει. Μια μέρα ο Λεόν, η Μαρία και ο μπαμπάς ανακαλύπτουν ένα δέντρο που δεν μοιάζει με τα άλλα: τα κλαδιά του είναι χάρτινα και τα φρούτα μοιάζουν με σελίδες. «Σελιδόδεντρο!» λέει ο μπαμπάς που δίνει απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις – παρότι καμιά φορά οι απαντήσεις είναι λάθος.

Ο Λεόν και η Μαρία στέκονται κάτω από το δέντρο και το περιεργάζονται: ο Λεόν προσπαθεί να ανεβεί αλλά ο κορμός είναι τόσο λείος που κάνει το σκαρφάλωμα σχεδόν αδύνατο...

Χρειάζομαι ένα μολύβι, σκέφτεται. Τρέχει στο δωμάτιό του και παίρνει την κασετίνα του από την τσάντα του σχολείου.
-Κοιτάξτε - Μαρία, μπαμπά, ο κορμός του δέντρου είναι χάρτινος. Θα ζωγραφίσουμε μια σκάλα και θα ανέβουμε ψηλά στα κλαδιά του. Το πρώτο σκαλί ξεκινάει χαμηλά, στη βάση του κορμού, και η σκάλα αρχίζει να τυλίγεται γύρω γύρω μέχρι το πρώτο κλαδί. Κάθε σκαλί που ζωγραφίζουν είναι κι ένα βήμα προς τα πάνω.
-Φτάνει. Δεν χρειαζόμαστε άλλα σκαλοπάτια, τώρα μπορούμε να πατάμε στα κλαδιά. Διάλεξε που θέλεις να καθίσεις για να σου σχεδιάσω μια αναπαυτική θέση. Εγώ θα ζωγραφίσω ένα μαλακό κόκκινο μαξιλάρι στη δικιά μου για να κάθομαι άνετα.

Τα δύο παιδιά βολεύονται στα κλαδιά κι αρχίζουν το «ξεφύλλισμα» του δέντρου. Το δέντρο δεν μυρίζει σαν φρούτο αλλά σαν φρεσκοτυπωμένο χαρτί.
Ο Λεόν τράβηξε την πρώτη σελίδα από το κλαδί και, ρίχνοντας μια έκπληκτη ματιά στον μπαμπά και τη Μαρία, άρχισε να διαβάζει δυνατά:

«Έλα πίσω!» Τους άκουγε ξανά, τόσο καθαρά σαν να ήταν εκεί. Οι φωνές τους ακούγονταν μέσα στη γαλήνη της σκοτεινής νύχτας. «Γύρνα καλό μου, δεν σε μαλώνει κανείς! Πού είσαι;» Η απόσταση που τους χώριζε μεγάλωνε. Μόνο ο ήχος από τα βήματά στο χορταριασμένο χώμα, κι ο ήχος της αναπνοής της μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Κρύφτηκε πίσω από ένα γέρικο λιόφυτο – εκεί δεν είχε τίποτα να φοβηθεί – το ένιωθε σαν σπίτι του.
«Δεν θέλω να γυρίσω,» σκέφτηκε. «Είστε καλοί και σας αγαπάω αλλά η Δεντροχώρα είναι βαρετή! Θέλω να πάω στη μεγάλη πόλη, κι ίσως να βρω δουλειά στο κινέζικο τσίρκο.»

-Συνέχισε Λεόν, είπε η Μαρία. Τι έγινε; Ποιος έφυγε; Γιατί έφυγε;
-Ε, διάβασε λοιπόν, είπε και ο μπαμπάς. Τι σταματάς;

Το αδύναμο φως έμοιαζε με χέρι τυφλής, αγριεμένης μάγισσας – εκείνος κρύφτηκε πιο βαθιά στο σκοτάδι, σαν αγρίμι. Δεν θα τον έβρισκαν ποτέ. Κι ούτε θα γύριζε, όχι. Θα περνούσε τη νύχτα εκεί πάνω, παρέα με τις κουκουβάγιες και τους γρύλους. Λυπόταν που Θα είχαν τύψεις εφιαλτικές και φόβους που μόνο οι μεγάλοι είναι ικανοί να βάζουν με τον νου τους. Όμως έπρεπε να φύγει – η Δεντροχώρα δεν μπορούσε να τον κρατήσει άλλο.

-Κάποιο παιδί την κοπάνησε από το σπίτι! αναφώνησε ο μπαμπάς. Φέρε να δω... Βούτηξε τη σελίδα από τον Λεόν που είχε γίνει κατακόκκινος.
-Τι έπαθες, έχεις πυρετό; ρώτησε ο μπαμπάς.
-Ό-χι, τραύλισε ο Λεόν. Κα-λά εί-μαι. Αλλά δεν είχε καλή όψη.
Τότε, ένα άλλο φύλλο έπεσε στα χέρια τους. Το έπιασε η Μαρία κι άρχισε να διαβάζει.

-Θα ‘θελε να μπορούσε, τώρα, από μια μεριά, να δει τα μούτρα εκείνου του βρομόπαιδου, του Σάκη. Αλλά δεν έφταιγε μόνο αυτός - έφταιγε κι η δασκάλα: τον έχει κακομάθει με την αδυναμία που του έδειχνε. Να, που είχε πάρει πάλι το μέρος του, παρότι ο Σάκης εκβίαζε τα παιδιά και τους ζητούσε δεκάρες για να μη μαρτυρήσει διάφορες μικροσκανταλιές στη δασκάλα. Αλλά θα έπαιρνε την εκδίκησή της. Θα του φτερνιζόσκονη έβαζε στο κάτω μέρος του θρανίου! Κι ο Σάκης θα φτερνιζόταν επί μία εβδομάδα μέχρι να τον κουβαλήσουν στον ωτορινολαρυγγολόγο.

arbre_lecteur.jpg

-Μα, αυτό είναι κομμάτι από διαφορετική ιστορία, είπε απογοητευμένος και την ίδια στιγμή ανακουφισμένος ο Λεόν.
Για να δω... Βούτηξε τη σελίδα από τα χέρια της Μαρίας που είχε γίνει με τη σειρά της κατακόκκινη.
-Μα, τι συμβαίνει; έκανε ανήσυχος ο μπαμπάς; Μήπως αυτό το αλλόκοτο δέντρο προκαλεί αλλεργίες; Μήπως βγάλουμε όλοι σπυριά;
Τότε έπεσε ένα καινούργιο φύλλο. Ο μπαμπάς το έπιασε στον αέρα.
-Είναι η σειρά μου, είπε. Άραγε όλο το δέντρο λέει την ίδια ιστορία, αλλά λείπουν ενδιάμεσες σελίδες; Ή λέει πολλές διαφορετικές ιστορίες;
Ο μπαμπάς ποτέ δεν διάβαζε ιστορίες – διάβαζε μόνο άρθρα για την οικονομία.
-Αντί να ρωτάς μπαμπά, είπε ο Λεόν, καλύτερα να απαντάς. Είσαι ο μπαμπάς! Οι μπαμπάδες απαντάνε!
-Ε, τότε να ρωτάτε για όλα τη μαμά σας που κάθεται και διαβάζει βιβλία! Να μη ρωτάτε εμένα, απάντησε εκνευρισμένος ο μπαμπάς αλλά, στην πραγματικότητα, ήταν λίγο ντροπιασμένος. Άρχισε να διαβάζει:

Καθώς εκτυλισσόταν η παρτίδα της πρέφας ο αντίπαλός μου αποδείχτηκε γερός παίκτης. Το παιχνίδι είχε αρχίσει σαν παιχνίδι! Και να που τώρα κέρδιζε 55 ευρώ και προχωρούσε ακάθεκτος. Αυτό δεν ήταν ένας φιλικός τρόπος για να περάσουμε το απόγευμα της Κυριακής - αυτό ήταν ανταγωνισμός! Και τότε αποφάσισα να κάνω ζαβολιά και να επιστρατεύσω ένα κόλπο – το παραδέχομαι, έκλεψα στα χαρτιά και πήρα πίσω τα 55 ευρώ μου.

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του ο μπαμπάς: ξεροκατάπιε και παρ’ ολίγο να πέσει από το κλαδί.
-Είναι άλλη ιστορία, είπε η Μαρία, που δεν της πολυάρεσαν οι ιστορίες με τραπουλόχαρτα. Της άρεσαν οι ιστορίες με πριγκίπισσες και μάγισσες.
Τι περίεργο, αυτό το δέντρο, το βιβλιόδεντρο, το σελιδόδεντρο, δεν αφηγούνταν ιστορίες με πριγκίπισσες και μάγισσες...αφηγούνταν σκέψεις που ακούγονταν γνώριμες...
-Συνέχισε μπαμπά, είπε ο Λεόν που σιχαινόταν τις πριγκίπισσες αλλά του άρεσαν οι ιππότες και οι μάχες.
-Τι ωραία που μυρίζει το δέντρο, είπε ο μπαμπάς κοιτώντας ολόγυρά του σαν να φοβόταν να διαβάσει άλλη σελίδα.
-Ξαφνικά πείνασα, είπε η Μαρία που φοβόταν κι αυτή μήπως πέσει καμιά σελίδα που να μιλάει για τον Σάκη.
Ο Λεόν έμεινε σκεφτικός. Τις τελευταίες ημέρες ήταν διαρκώς σκεφτικός... Είχε βαρεθεί τη Δεντροχώρα με τα κόκκινα, κίτρινα και γαλάζια δέντρα.
Τότε στο κεφάλι της Μαρίας έπεσε μια καινούργια σελίδα που έμοιαζε σαν να είχε ωριμάσει στο κλαδί.
-Είναι μια συνταγή! αναφώνησε η Μαρία διατρέχοντας τη σελίδα. Περιγράφει ακριβώς αυτό που ήθελα να φάω: λεμονόπιτα! Τότε κοιτάχτηκαν και οι τρεις τους: το σελιδόδεντρο διάβαζε τις σκέψεις τους!
-Πρέπει να ειδοποιήσουμε όλους στο χωριό γι’ αυτό το καινούργιο δέντρο, είπε ο μπαμπάς, χωρίς ωστόσο να παραδεχτεί ότι έκανε ζαβολιά στην πρέφα.
Ο Λεόν και η Μαρία συμφώνησαν και ξεκίνησαν να κατηφορίζουν τον λόφο προς το σπίτι – ούτε εκείνοι παραδέχτηκαν τίποτα. Παρίσταναν τους αδιάφορους.

-Καλώς τους! είπε η μαμά αφήνοντας δίπλα το βιβλίο της. Έχω φτιάξει λεμονόπιτα!
Ο μπαμπάς, ο Λεόν και η Μαρία κοιτάχτηκαν με αμηχανία κι ύστερα αντάλλαξαν βλέμματα συνωμοτικά. Όχι, καλύτερα να μην ανακοινώσουμε στο χωριό την ύπαρξη του σελιδόδεντρου: ίσως το δέντρο κινδυνέψει...Ίσως θελήσουν να το κόψουν...
Το βράδυ ο Λεόν και η Μαρία ρώτησαν, δήθεν άνετοι, τη μαμά για την ύπαρξη του σελιδόδεντρου – αν δηλαδή ξέρει τίποτα σχετικά. Ο μπαμπάς κρυφάκουγε από τον διάδρομο.
-Α, ναι το σελιδόδεντρο! είπε η μαμά που, μιας και διαβάζει, έχει μάθει ένα σωρό πράγματα. Είναι ένα δέντρο όπου φυτρώνουν οι σκέψεις και οι ιστορίες όλων των ανθρώπων που κάθισαν στον κορμό και στα κλαδιά του.
-Α, έτσι, είπε η Μαρία. Κι αυτές τις ιστορίες το δέντρο τις μαρτυράει σε άλλους;
Ανησυχούσε μήπως μαθευτεί η ιστορία με τον Σάκη.
Ο Λεόν ανησυχούσε μήπως μαθευτεί ότι ήθελε να φύγει από τη Δεντροχώρα και να ακολουθήσει το κινέζικο τσίρκο.
Ο μπαμπάς ανησυχούσε μήπως μαθευτεί ότι έκανε πονηριά με την τράπουλα.
-Όχι βέβαια. Είναι σαν μια μεγάλη βιβλιοθήκη από ιστορίες: κάθεσαι στο κλαδί και πέφτει η ιστορία που σου ταιριάζει. Δεν σημαίνει ότι πρωταγωνιστείς εσύ στην ιστορία – απλώς μέσα από τις σελίδες βρίσκεις κάτι που μοιάζει με τον εαυτό σου.
-Μα, έκανε να πει ο Λεόν, το δέντρο περιγράφει πώς σχεδιάζω να φύγω από τη Δεντροχώρα! Αλλά η φράση του έμεινε μετέωρη.
-Θέλω να πω, συνέχισε η μαμά, ότι μέσα στα βιβλία βρίσκουμε ήρωες σαν εμάς και καταστάσεις σαν αυτές που ζούμε. Και τώρα ύπνο! Ο Λεόν, η Μαρία και ο μπαμπάς σκέφτηκαν ταυτοχρόνως πως υπήρχαν άνθρωποι ακριβώς σαν αυτούς που αντιμετώπιζαν παρόμοια διλήμματα. Κι ότι το σελιδόδεντρο έκανε κάτι που δεν έκαναν τα παραμύθια μέχρι τώρα: δεν μιλούσε για πριγκίπισσες, δεν μιλούσε για ιππότες και μάχες, ούτε για την πορεία της οικονομίας. Μιλούσε για τους ίδιους χωρίς να μιλάει για τους ίδιους.
Όταν η μαμά έσβησε το φως, ο Λεόν και η Μαρία –στα δωμάτιά τους -και ο μπαμπάς -στο σαλόνι- αναστέναξαν με ανακούφιση. Χωρίς να το ομολογούν υποσχέθηκαν ο ένας στον άλλον να περνούν κάτω από το δέντρο μια, τουλάχιστον, μέρα της εβδομάδας: από τα φύλλα που θα έπεφταν δεν θα αποκαλύπτονταν τα μυστικά τους αλλά τα μυστικά άλλων ανθρώπων που έκαναν και αισθάνονταν παρόμοια πράγματα.
Υπάρχουν κι άλλα παιδιά που θέλουν να ακολουθήσουν το κινέζικο τσίρκο, σκέφτηκε ο Λεόν προτού αποκοιμηθεί...
Υπάρχουν κι άλλα παιδιά που τα εκβιάζει κάποιος Σάκης και θέλουν να τον εκδικηθούν, σκέφτηκε η Μαρία...
Υπάρχουν κι άλλοι μπαμπάδες που χωρίς να είναι χαρτοκλέφτες, έκαναν μια ζαβολιά στην πρέφα, σκέφτηκε ο μπαμπάς...

Και κουκουλώθηκε κάτω από το σεντόνι γιατί τον ενοχλούσε το φως του κομοδίνου.

 

Διαβάστε την ιστορία όπως γράφτηκε αρχικά

 

Subscribe Here



τα βιβλία που αγαπήσαμε

βιβλία που ξεχωρίσαμε

συνδέσεις
bookbook.gr
κλείσιμο